βρύης

βρύα
fem gen sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βρύης — masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύῃς — Βρύης masc dat pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρύῃς — βρύα fem dat pl (epic) βρύ̱ῃς , βρύω to be full to bursting pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρυῶν — Βρύης masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύου — Βρύης masc gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύω — Βρύης masc gen sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύῃ — Βρύης masc dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βρύα — Βρύᾱ , Βρύης masc nom/voc/acc dual (doric) Βρύης masc voc sg (doric) Βρύᾱ , Βρύης masc gen sg (doric aeolic) Βρύης masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιβρυής — ές, Α 1. άφθονος, πλούσιος 2. πλήρης, κατάμεστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + βρυής (< βρύω «βλαστάνω, γεμίζω»), πρβλ. αει βρυής] …   Dictionary of Greek

  • υμνοβρυής — ές, Α γεμάτος ύμνους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕμνος + βρυής (< βρύω «γεμίζω»), πρβλ. περι βρυής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.